Υπό διωγμό βρίσκονται, στις μέρες μας, από την κρατική κεντρική εξουσία οι βασικές λέξεις που έχουν πρώτο συνθετικό το «συν».

Έτσι, με πρόσχημα τον κορονοϊό, απαγορεύτηκαν οι συναντήσεις, οι συνάξεις, οι συναθροίσεις, οι συγκεντρώσεις, οι συναναστροφές, οι συνελεύσεις και γενικώς κάθε μορφή συλλογικών εκδηλώσεων. Την ίδια στιγμή που γιγαντώνονται οι εντολές, οι διαταγές και οι απαγορεύσεις, σχεδόν με αυθόρμητο τρόπο, ο κόσμος της εργασίας όλων των ηλικιών και κυρίως η νεολαία αναζήτησε και «ανακάλυψε» χώρους όπου το «συν» μπορεί να αναπτυχθεί ξανά με όρους υγειονομικής προστασίας και τους «κατέλαβε».

Πάρκα, πλατείες, λόφοι, παραλίες, όλοι οι γνωστοί μας δημόσιοι και σχετικά ελεύθεροι χώροι γεμίζουν, από το τέλος της άνοιξης και μετά, με τρόπο πρωτοφανή. Αυτό, όμως, οδήγησε στο να βρεθούν οι χώροι αυτοί ξανά στο στόχαστρο κυβέρνησης ως τοποθεσίες, η ελεύθερη πρόσβαση στις οποίες τελεί υπό αμφισβήτηση και το κράτος οφείλει να τις θέσει υπό κηδεμονία, βάζοντας νέους κανόνες στη χρήση τους.

Οι εξελίξεις αυτές έχουν τεράστια σημασία και δεν αφορούν μόνο την περίοδο του κορονοϊού, έχουν ρίζες σε προγενέστερες περιόδους, αν και φυσικά οξύνονται με αφορμή την πανδημία. Αξίζει να συζητηθούν σε όλα τα πεδία και να διερευνηθούν όλες οι επιδιώξεις του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού, αξιακές, ιδεολογικές, πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές.

Προεξέχουσα επιδίωξη στο πεδίο της οικονομίας, το κέρδος. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική βρήκε στους δημόσιους χώρους ένα ακόμα πεδίο αύξησης της κερδοφορίας του κεφαλαίου με την έμμεση ή άμεση ιδιωτικοποίησή τους. Η επιδίωξη αυτή υπηρετήθηκε κατά περιόδους με διάφορα μέτρα, όπως ξεπούλημα και συνολική αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Αυτές οι μέθοδοι αποδομούνταν σχετικά πιο εύκολα στην πολιτική αντιπαράθεση. Ποιος θα υποστηρίξει ανοιχτά το ξεπούλημα ενός πάρκου;

Όμως, η αντίθεση με τη λειτουργία του ίδιου του κρατικού-δημόσιου χώρου με όρους επιχειρηματικότητας, κερδοφορίας κι ανταγωνιστικότητας απαιτεί πολύ πιο βαθιά αντιπαράθεση με την καρδιά του σύγχρονου καπιταλισμού, απαιτεί αντικαπιταλιστική αλλά και απελευθερωτική χειραφετητική αντίληψη και πολιτική κατεύθυνση. Απαιτεί σύγκρουση με την αστική πολιτική που αναφέρεται στην αναδιάταξη του δημόσιου χώρου χωρίς τις ακραίες γωνίες των ακραιφνών νεοφιλελεύθερων πολιτικών (όπως το ξεπούλημα).

Που ακουμπά σε σοσιαλδημοκρατικές βάσεις και προτείνει-αποδέχεται τάχα αθώα τις ενοικιάσεις για πολλές δεκαετίες σε επιχειρήσεις και ομίλους με την ιδιοκτησία στο κράτος-δημόσιο, τις «αναπλάσεις» ενός κρατικού-δημόσιου χώρου με συμπράξεις δημόσιου κι ιδιωτικού (ΣΔΙΤ), με χορηγίες και «υιοθεσίες», αρκεί να τηρείται η διαβούλευση, τις πρακτικές εξευγενισμού που τελικά υπηρετούν τις προτεραιότητες των χορηγών-επενδυτών ή την αναμόρφωσή τους με άξονα την εξυπηρέτηση αναπτυξιακών σχεδίων μεγάλων στρατηγικών επενδυτών.

Τα παραπάνω γίνονται στοιχεία της πολιτικής αντιπαράθεσης, ιδιαίτερα τα τελευταία μνημονιακά χρόνια και εκθετικά την περίοδο της πανδημίας, όπου το κεφάλαιο διαλέγει σπάνια να επενδύσει «ζεστό χρήμα», αρνείται να πάρει το ρίσκο επενδύσεων χωρίς βέβαιο ποσοστό κέρδους και το κράτος αναλαμβάνει την εξυπηρέτηση των σχεδίων του.

Η πλατεία Ομονοίας, οι λόφοι του Στρέφη και του Φιλοπάππου, ο Εθνικός Κήπος και το πάρκο στην Ακαδημία Πλάτωνα, το Πεδίο του Άρεως και το πάρκο στο Γουδί στην Αθήνα αλλά και αντίστοιχα παραδείγματα σε όλη τη χώρα, δεν κινδυνεύουν πρωτίστως από απευθείας ξεπούλημα.

Οι πολιτικές δυνάμεις, κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ, σηκώνουν την αντιπαράθεση σε αυτό το επίπεδο αλλά αποδέχονται την εμπλοκή των ιδιωτών, των χορηγών, των εταιρειών και των εργολάβων, αρκεί να είναι τίμιες επιχειρήσεις και να έχει προηγηθεί διαβούλευση. Με τον τρόπο αυτό «απλώνουν σκόνη» πάνω στα πραγματικά ερωτήματα της περιόδου και φυσικά διευκολύνουν εξαιρετικά τα σχέδια των επενδυτών, την κυβέρνηση της ΝΔ και τις δημοτικές αρχές, μη εξαιρουμένου του Μπακογιάννη.

Αυτή η συζήτηση είναι επείγουσα, γιατί από τη μια το σχέδιο της κυβέρνησης δεν είναι χοντροκομμένο, έχει συνεκτική αφήγηση, αναζητεί συμμαχίες και πατάει πάνω στην αδυναμία στρατηγικών απαντήσεων, προταγμάτων και αντιπαραδειγμάτων.

Από την άλλη, η αντικαπιταλιστική πτέρυγα αξίζει να υπερασπίζεται τον δημόσιο χώρο, υπογραμμίζοντας και αναζητώντας τη μετατροπή του –έστω ως αντιπαράδειγμα– σε «κοινό χώρο», εμπνεόμενη από σοβαρά αντίστοιχα εγχειρήματα σε ολόκληρο τον κόσμο, με ξεχωριστή συμβολή μεγάλης κλίμακας των ζαπατιστικών κοινοτήτων.

# Η Ντίνα Ρέππα είναι δημοτική σύμβουλος στην Αθήνα και εκπροσωπεί την παράταξη «Αντικαπιταλιστική Ανατροπή στην Αθήνα»